
Όταν το Γνώριμο Μπερδεύεται με το Ασφαλές
Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουμε ότι μας πλήγωσαν, σχέσεις από τις οποίες φύγαμε επειδή καταλάβαμε ότι δεν μας κάνουν καλό, καταστάσεις που υποσχεθήκαμε στον εαυτό μας ότι δεν θα ξαναζήσουμε, κι όμως, κάποια στιγμή μπορεί να βρεθούμε πάλι εκεί. Ένα μήνυμα στέλνεται ξανά, μια επαφή αποκαθίσταται, μια πόρτα που είχαμε κλείσει ανοίγει και πάλι και τότε εμφανίζεται ένα ερώτημα που μοιάζει σχεδόν αντιφατικό,γιατί επιστρέφουμε σε κάτι που γνωρίζουμε ότι μας έχει πληγώσει; Η απάντηση δεν βρίσκεται απαραίτητα στην έλλειψη αυτοσεβασμού, στην «αδυναμία» ή στην αδυναμία μας να μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος. Η ανθρώπινη συμπεριφορά στις στενές σχέσεις είναι πολύ πιο σύνθετη. Η προσκόλληση, η συναισθηματική επένδυση, η ικανοποίηση από μια σχέση, οι αντιλαμβανόμενες εναλλακτικές επιλογές και το προσωπικό ιστορικό μπορούν να επηρεάσουν το αν και πόσο παραμένουμε συνδεδεμένοι με έναν άνθρωπο και ίσως το πιο παράδοξο σημείο βρίσκεται εδώ, το γνώριμο δεν είναι πάντοτε ασφαλές, είναι όμως γνώριμο.
Το γνώριμο έχει μια παράξενη δύναμη
Ο άνθρωπος δεν επεξεργάζεται κάθε εμπειρία σαν να την αντιμετωπίζει για πρώτη φορά. Η εξοικείωση μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε ανθρώπους, καταστάσεις και ερεθίσματα. Το λεγόμενο mere exposure effect περιγράφει την τάση η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε ένα ερέθισμα να επηρεάζει την οικειότητα και, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, την αξιολόγησή του. Μετα-ανάλυση των Montoya και συνεργατών, βασισμένη σε 81 μελέτες, έδειξε ότι η επαναλαμβανόμενη έκθεση συνδέεται με αυξημένη εξοικείωση και μπορεί να επηρεάσει τη συμπάθεια, αν και το φαινόμενο δεν είναι γραμμικό ούτε λειτουργεί ανεξάρτητα από τις συνθήκες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μας αρέσει ό,τι μας πληγώνει, είναι μια σημαντική διάκριση. Η οικειότητα δεν μετατρέπει μια βλαβερή κατάσταση σε καλή, μπορεί, όμως, να κάνει μια κατάσταση περισσότερο προβλέψιμη και η προβλεψιμότητα έχει ψυχολογική αξία. Ένας άνθρωπος που γνωρίζουμε πολύ καλά, ακόμη και όταν μας έχει απογοητεύσει, είναι ένας άνθρωπος του οποίου τη συμπεριφορά έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε. Ξέρουμε πώς μιλάει, πώς αντιδρά, τι περιμένουμε από εκείνον και ποιο περίπου είναι το συναισθηματικό τοπίο της σχέσης. Το άγνωστο, αντίθετα, απαιτεί να ξεκινήσουμε από την αρχή. Έτσι, μερικές φορές δεν επιστρέφουμε επειδή αυτό που αφήσαμε πίσω ήταν πραγματικά καλύτερο, επιστρέφουμε επειδή αυτό που αφήσαμε πίσω είναι γνωστό.
Δεν αποχωριζόμαστε έναν άνθρωπο τόσο γρήγορα όσο αποχωριζόμαστε μια σχέση
Οι στενές σχέσεις δεν αποτελούν απλώς επιλογές που μπορούμε να διαγράψουμε όταν πάψουν να λειτουργούν. Δημιουργούνται δεσμοί προσκόλλησης, και οι δεσμοί αυτοί μπορούν να συνεχίσουν να επηρεάζουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας ακόμη και μετά τη διακοπή μιας σχέσης. Η σύγχρονη έρευνα για την προσκόλληση στην ενήλικη ζωή δείχνει ότι οι σχέσεις προσκόλλησης αποτελούν σημαντικό μέρος της συναισθηματικής ζωής και ότι η ανάπτυξη, η διατήρηση και η διακοπή τους μπορεί να έχει ισχυρό ψυχολογικό αντίκτυπο. Γι’ αυτό ένας χωρισμός μπορεί να είναι λογικά ξεκάθαρος και συναισθηματικά ασαφής, μπορεί να ξέρουμε ότι έπρεπε να φύγουμε και ταυτόχρονα να μας λείπει ο άνθρωπος, μπορεί να θυμόμαστε πολύ καλά γιατί τελείωσε η σχέση και παρ’ όλα αυτά να αναζητούμε ξανά εκείνη την αίσθηση οικειότητας που υπήρχε κάποτε. Η λογική μπορεί να λέει «αυτό δεν μου έκανε καλό», το συναίσθημα μπορεί να λέει «ναι, αλλά ήταν δικό μου.» Και τα δύο μπορούν να υπάρχουν ταυτόχρονα.
Μερικές φορές δεν μας λείπει ο άνθρωπος. Μας λείπει αυτό που νιώθαμε μαζί του.
Αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της απομάκρυνσης, μπορεί να μας λείπει η καθημερινότητα, το μήνυμα το πρωί, η συνήθεια να γνωρίζουμε ότι κάποιος βρίσκεται εκεί, οι κοινές αναμνήσεις, τα αστεία που μόνο οι δυο μας καταλαβαίναμε, η αίσθηση ότι κάποιος γνώριζε ένα κομμάτι της ζωής μας που δεν χρειαζόταν να εξηγήσουμε από την αρχή. Και τότε μπορεί να μπερδέψουμε δύο διαφορετικά πράγματα το «μου λείπει» με το «μου κάνει καλό». Το πρώτο είναι συναίσθημα, το δεύτερο είναι αξιολόγηση, δεν είναι το ίδιο. Μπορούμε να μας λείπει ένας άνθρωπος και ταυτόχρονα να γνωρίζουμε ότι η συγκεκριμένη σχέση δεν μας προσφέρει αυτό που χρειαζόμαστε, μπορούμε να αγαπάμε κάποιον και ταυτόχρονα να αναγνωρίζουμε ότι η σχέση μαζί του μας επιβαρύνει. Η συναισθηματική νοσταλγία δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι μια σχέση πρέπει να επιστρέψει.
Όσο περισσότερο επενδύουμε, τόσο δυσκολότερο μπορεί να γίνει να αποχωρήσουμε
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι η επένδυση, δεν επενδύουμε σε μια σχέση μόνο συναισθήματα, επενδύουμε χρόνο, ενέργεια, κοινές εμπειρίες, σχέδια, κοινωνικούς δεσμούς και κομμάτια της προσωπικής μας ζωής. Το Investment Model της Rusbult υποστηρίζει ότι η δέσμευση σε μια σχέση επηρεάζεται από την ικανοποίηση που προσφέρει η σχέση, την ποιότητα των εναλλακτικών επιλογών και το μέγεθος των επενδύσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Μετα-ανάλυση 52 μελετών και 11.582 συμμετεχόντων επιβεβαίωσε σημαντικές σχέσεις μεταξύ αυτών των παραγόντων και της δέσμευσης. Αυτό βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η σκέψη «έχω δώσει τόσα πολλά, πώς μπορώ τώρα να φύγω;» μπορεί να είναι τόσο ισχυρή. Όμως υπάρχει μια σημαντική παγίδα, το γεγονός ότι έχουμε επενδύσει πολύ σε κάτι δεν σημαίνει ότι η συνέχιση της επένδυσης είναι απαραίτητα προς όφελός μας, το παρελθόν εξηγεί γιατί δυσκολευόμαστε να φύγουμε, δεν αποφασίζει από μόνο του αν πρέπει να μείνουμε.
Και μετά έρχεται η ελπίδα
Ίσως αυτό να είναι το πιο δυνατό στοιχείο που μας τραβά πίσω, όχι μόνο η ανάμνηση αυτού που υπήρξε, αλλά η φαντασία αυτού που θα μπορούσε να υπάρξει. «Ίσως αυτή τη φορά να είναι διαφορετικά», «ίσως τώρα να έχει αλλάξει», «ίσως κατάλαβε» «ίσως εγώ να μπορώ να το διαχειριστώ διαφορετικά». Η ελπίδα μπορεί να είναι πολύτιμη, όμως χρειάζεται να ξεχωρίζουμε την ελπίδα από την πραγματική αλλαγή. Μια σχέση δεν έχει αλλάξει επειδή εμείς ελπίζουμε ότι θα αλλάξει, έχει αλλάξει όταν υπάρχουν πραγματικές αλλαγές στη συμπεριφορά, στη δυναμική, στην επικοινωνία και στις συνθήκες που προηγουμένως δημιουργούσαν το πρόβλημα. Η έρευνα για τη δέσμευση στις σχέσεις δείχνει ότι η επιμονή σε μια σχέση επηρεάζεται από πολλαπλούς παράγοντες και όχι μόνο από το πόσο ικανοποιημένοι είμαστε τη δεδομένη στιγμή. Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι μόνο «τον/την αγαπάω ακόμη;» αλλά και «τι έχει πραγματικά αλλάξει;»
Όταν δεν επιστρέφουμε στον άνθρωπο αλλά στο μοτίβο
Υπάρχουν φορές που η επιστροφή δεν αφορά αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, αφορά ένα γνώριμο μοτίβο. Κάποιος μπορεί επανειλημμένα να επιλέγει συναισθηματικά μη διαθέσιμους ανθρώπους, κάποιος άλλος μπορεί να καταλήγει ξανά στον ρόλο του ανθρώπου που φροντίζει, διορθώνει ή «σώζει» τους άλλους. Ένας τρίτος μπορεί να αισθάνεται έλξη προς σχέσεις που χαρακτηρίζονται από μεγάλη ένταση και αβεβαιότητα. Η θεωρία της προσκόλλησης έχει προσφέρει ένα σημαντικό πλαίσιο για την κατανόηση των ατομικών διαφορών στις στενές σχέσεις. Οι διαστάσεις της αγχώδους και αποφευκτικής προσκόλλησης έχουν συνδεθεί με διαφορετικούς τρόπους αντίδρασης στην εγγύτητα, την απειλή απώλειας και τη δέσμευση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε επαναλαμβανόμενη σχέση είναι αποτέλεσμα παιδικού τραύματος ή ενός συγκεκριμένου στυλ προσκόλλησης. Η επιστημονική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη, οι σχέσεις επηρεάζονται από την προσωπικότητα, τις εμπειρίες, τις συνθήκες, τις προσδοκίες, τις διαθέσιμες επιλογές και τη δυναμική μεταξύ δύο ανθρώπων, γι’ αυτό ίσως αξίζει να αλλάξουμε την ερώτηση, αντί για «γιατί επιλέγω πάντα λάθος ανθρώπους;» να ρωτήσουμε «τι είναι αυτό που μου φαίνεται οικείο στις σχέσεις που επιλέγω;»
Το γνώριμο μπορεί να μοιάζει ασφαλές χωρίς να είναι
Η ασφάλεια και η οικειότητα δεν είναι συνώνυμες, μπορεί κάτι να μας είναι απολύτως γνώριμο και ταυτόχρονα να μας προκαλεί άγχος. Μπορεί να ξέρουμε ότι μια κατάσταση θα μας πληγώσει και παρ’ όλα αυτά να αισθανόμαστε ότι μπορούμε να την «διαχειριστούμε», ακριβώς επειδή την έχουμε ξαναζήσει. Το άγνωστο, αντίθετα, δεν έχει χάρτη, δεν ξέρουμε αν ο επόμενος άνθρωπος θα μας αγαπήσει, δεν ξέρουμε αν μια νέα σχέση θα είναι καλύτερη, δεν ξέρουμε αν θα μπορέσουμε να ξαναεμπιστευτούμε, δεν ξέρουμε αν θα πληγωθούμε ξανά και αυτή η αβεβαιότητα μπορεί να κάνει το γνώριμο να φαίνεται δελεαστικό, ακόμη και όταν δεν είναι πραγματικά ασφαλές.
Η επιστροφή δεν είναι πάντα λάθος
Χρειάζεται όμως να αποφύγουμε μια πολύ εύκολη γενίκευση, δεν είναι κάθε επιστροφή σε μια προηγούμενη σχέση ένδειξη δυσλειτουργίας. Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι συνθήκες αλλάζουν, μερικές σχέσεις τελειώνουν λόγω συγκυριών και μπορούν αργότερα να επαναπροσδιοριστούν. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι «επέστρεψα — άρα έκανα λάθος» το πιο χρήσιμο ερώτημα είναι «επιστρέφω στην ίδια πραγματικότητα ή σε μια πραγματικά διαφορετική σχέση;» Αν τα ίδια προβλήματα, οι ίδιες συμπεριφορές και οι ίδιες συνθήκες παραμένουν, τότε η επιστροφή μπορεί να σημαίνει απλώς ότι ο κύκλος συνεχίζεται, αν όμως έχουν υπάρξει ουσιαστικές αλλαγές, τότε η κατάσταση χρειάζεται να αξιολογηθεί με βάση το παρόν και όχι μόνο το παρελθόν.
Τι σημαίνει τελικά να αφήνουμε κάτι πίσω;
Το να απομακρυνθούμε από κάτι γνώριμο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι παύουμε να το αγαπάμε, δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν όμορφες στιγμές, δεν σημαίνει ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος, σημαίνει ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε πως κάτι υπήρξε σημαντικό για εμάς χωρίς να χρειάζεται να συνεχίζει να αποτελεί μέρος της ζωής μας, μπορούμε να κρατήσουμε την ανάμνηση χωρίς να επιστρέψουμε στη συνθήκη, μπορούμε να αναγνωρίσουμε την αγάπη χωρίς να αγνοήσουμε τον πόνο, μπορούμε να νοσταλγούμε έναν άνθρωπο χωρίς να ξεχνάμε γιατί φύγαμε και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της συναισθηματικής ωριμότητας, να μπορούμε να αγαπάμε κάτι που δεν μας κάνει πλέον καλό και παρ’ όλα αυτά να επιλέγουμε να προχωρήσουμε.
Συμπέρασμα
Γιατί επιστρέφουμε εκεί που πληγωθήκαμε; Ίσως επειδή ο άνθρωπος δεν αναζητά μόνο αυτό που είναι καλό για εκείνον, αναζητά και αυτό που γνωρίζει, αυτό με το οποίο έχει συνδεθεί, αυτό στο οποίο έχει επενδύσει και αυτό που μπορεί να του προσφέρει μια αίσθηση οικειότητας. Οι στενοί δεσμοί μπορούν να είναι ιδιαίτερα ισχυροί, ενώ η δέσμευση σε μια σχέση επηρεάζεται από την ικανοποίηση, τις εναλλακτικές επιλογές και τις επενδύσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Όμως υπάρχει μια λεπτή, κρίσιμη διαφορά, το γνώριμο δεν είναι απαραίτητα ασφαλές και το άγνωστο δεν είναι απαραίτητα επικίνδυνο. Μερικές φορές η πραγματική πρόοδος δεν βρίσκεται στο να καταφέρουμε να ξεχάσουμε αυτό που μας πλήγωσε, βρίσκεται στο να καταλάβουμε γιατί συνεχίζουμε να το αναζητούμε. Γιατί ίσως, τελικά, δεν επιστρέφουμε πάντα εκεί που μας πλήγωσαν, μερικές φορές επιστρέφουμε εκεί όπου κάποτε νιώσαμε ότι ανήκαμε και η πρόκληση είναι να μάθουμε να ξεχωρίζουμε το ένα από το άλλο.
Βιβλιογραφία
- Fraley, R. C. (2019). Attachment in adulthood: Recent developments, emerging debates, and future directions. Annual Review of Psychology, 70, 401–422.
- Le, B., & Agnew, C. R. (2003). Commitment and its theorized determinants: A meta-analysis of the Investment Model. Personal Relationships, 10(1), 37–57.
- Montoya, R. M., Horton, R. S., Vevea, J. L., Citkowicz, M., & Lauber, E. A. (2017). A re-examination of the mere exposure effect: The influence of repeated exposure on recognition, familiarity, and liking. Psychological Bulletin, 143(5), 459–498.
- Rusbult, C. E., Martz, J. M., & Agnew, C. R. (1998). The Investment Model Scale: Measuring commitment level, satisfaction level, quality of alternatives, and investment size. Personal Relationships, 5(4), 357–387.
- Tran, P., Judge, M., & Kashima, Y. (2019). Commitment in relationships: An updated meta-analysis of the Investment Model. Personal Relationships, 26(1), 158–180.
- Etcheverry, P. E., Le, B., Wu, T.-F., & Wei, M. (2013). Attachment and the investment model: Predictors of relationship commitment, maintenance, and persistence. Personal Relationships, 20, 546–567.