Το πένθος είναι μία από τις βαθύτερες ανθρώπινες εμπειρίες και, ταυτόχρονα, μπορεί να είναι μία από τις πιο μοναχικές. Οι άνθρωποι γύρω μας, συχνά στην προσπάθειά τους να μας παρηγορήσουν, μπορεί να μας πουν «πρέπει να προχωρήσεις», «ο χρόνος όλα τα γιατρεύει» ή να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι υπάρχει ένας συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο «πρέπει» να πενθήσουμε. Όμως, το πένθος δεν ακολουθεί απαραίτητα μία γραμμική διαδρομή. Η σύγχρονη έρευνα το αντιμετωπίζει ως μία δυναμική διαδικασία προσαρμογής στην απώλεια, η οποία μπορεί να επηρεάσει τη συναισθηματική κατάσταση, τη σκέψη, το σώμα και την καθημερινή λειτουργικότητα του ανθρώπου. Παράλληλα, οι άνθρωποι διαφέρουν σημαντικά ως προς τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν και προσαρμόζονται στην απώλεια (O’Connor, 2019).


1. Δεν υπάρχει ένα «σωστό» πένθος

Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που χρειάζεται να θυμόμαστε είναι ότι δεν υπάρχει ένας μοναδικός τρόπος να πενθεί κανείς. Κάποιος μπορεί να κλαίει καθημερινά, κάποιος άλλος μπορεί να δυσκολεύεται να κλάψει, κάποιος μπορεί να αισθάνεται έντονη θλίψη, κάποιος μπορεί να βιώνει θυμό, ενοχή ή ακόμη και ανακούφιση, κάποιος μπορεί να θέλει να μιλά συνεχώς για τον άνθρωπο που έχασε, κάποιος άλλος μπορεί να χρειάζεται περισσότερη σιωπή. Οι αντιδράσεις αυτές δεν μπορούν από μόνες τους να μας δείξουν αν κάποιος «πενθεί σωστά» ή όχι. Η προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers δίνει ιδιαίτερη σημασία στη δημιουργία ενός αποδεκτικού και μη επικριτικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο το άτομο μπορεί να εξερευνήσει τη δική του υποκειμενική εμπειρία (Rogers, 1961). Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αντίδραση στο πένθος είναι απαραίτητα ακίνδυνη ή ότι δεν υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες χρειάζεται εξειδικευμένη υποστήριξη, σημαίνει ότι δεν μπορούμε να μετρήσουμε το πένθος ενός ανθρώπου με ένα προκαθορισμένο καλούπι.


2. Η Νευροβιολογία του Πένθους: Γιατί μπορεί να επηρεάζεται και το σώμα;

Το πένθος δεν είναι μόνο μία συναισθηματική εμπειρία, η απώλεια ενός σημαντικού ανθρώπου μπορεί να συνοδεύεται από αλλαγές στη διάθεση, στον ύπνο, στη συγκέντρωση, στην όρεξη και στη γενικότερη σωματική λειτουργία. Η έρευνα έχει εξετάσει επίσης τη σχέση του πένθους με φυσιολογικές διεργασίες, όπως η ρύθμιση της κορτιζόλης, η φλεγμονή και άλλοι μηχανισμοί που σχετίζονται με τη σωματική υγεία (O’Connor, 2019), αυτό μπορεί να βοηθήσει να κατανοήσουμε γιατί ένας άνθρωπος που πενθεί μπορεί να περιγράφει ότι αισθάνεται «βαρύς», «εξαντλημένος», «θολωμένος» ή σαν να λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο. Δεν σημαίνει ότι το σώμα «δεν καταλαβαίνει» πως ο άνθρωπος έχει φύγει, σημαίνει ότι η απώλεια ενός σημαντικού δεσμού αποτελεί μία εμπειρία που μπορεί να επηρεάσει πολλαπλές πλευρές της ψυχολογικής και σωματικής λειτουργίας (O’Connor, 2019).


3. Το Μοντέλο της Διπλής Διαδικασίας: Μπορείς να πονάς και να ζεις ταυτόχρονα

Ένα από τα σημαντικά θεωρητικά μοντέλα για την κατανόηση του πένθους είναι το Dual Process Model of Coping with Bereavement, που προτάθηκε από τους Stroebe και Schut (1999). Το μοντέλο περιγράφει δύο διαφορετικούς προσανατολισμούς αντιμετώπισης. Ο πρώτος είναι ο προσανατολισμός στην απώλεια, το οποίο περιλαμβάνει την επαφή με τη θλίψη, την απουσία, τις αναμνήσεις και τον πόνο που συνδέεται με την απώλεια. Ο δεύτερος είναι ο προσανατολισμός στην αποκατάσταση, περιλαμβάνει την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της καθημερινής ζωής, την προσαρμογή στις αλλαγές και την προσπάθεια του ανθρώπου να συνεχίσει να λειτουργεί μέσα σε μία νέα πραγματικότητα (Stroebe & Schut, 1999). Το σημαντικό είναι ότι αυτοί οι δύο προσανατολισμοί δεν χρειάζεται να εμφανίζονται ξεχωριστά, μπορεί το πρωί να κλαις επειδή σου λείπει κάποιος και λίγες ώρες αργότερα να γελάσεις με έναν φίλο, μπορεί να περάσεις μία ολόκληρη ημέρα χωρίς να σκεφτείς έντονα την απώλεια και την επόμενη να αισθανθείς ότι ο πόνος επιστρέφει, αυτή η εναλλαγή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι «ξεχνάς». Στο Dual Process Model, η ταλάντωση ανάμεσα στους δύο προσανατολισμούς θεωρείται μέρος της διαδικασίας προσαρμογής, ακόμη και η προσωρινή απομάκρυνση από τον πόνο μπορεί να λειτουργεί ως απαραίτητη ανάπαυλα από την έντονη ενασχόληση με την απώλεια (Stroebe & Schut, 1999). Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ανακουφιστικά μηνύματα. Δεν χρειάζεται να πονάς κάθε στιγμή για να αποδεικνύεις ότι αγάπησες.


4. Από την «Αποδοχή» στη Διατήρηση του Δεσμού

Για πολλά χρόνια, ορισμένες θεωρητικές προσεγγίσεις αντιμετώπιζαν την προσαρμογή στο πένθος κυρίως ως μία διαδικασία αποδέσμευσης από τον άνθρωπο που χάθηκε. Η προσέγγιση των Continuing Bonds, αντίθετα, ανέδειξε την πιθανότητα οι άνθρωποι να διατηρούν μία εσωτερική ή συμβολική σχέση με το πρόσωπο που έχασαν, ενώ παράλληλα συνεχίζουν τη ζωή τους (Klass, Silverman, & Nickman, 1996), η διατήρηση αυτού του δεσμού μπορεί να πάρει πολλές μορφές μέσα από αναμνήσεις, φωτογραφίες, αντικείμενα, τελετουργίες, αξίες ή τρόπους με τους οποίους το πρόσωπο συνεχίζει να αποτελεί μέρος της προσωπικής ιστορίας εκείνου που πενθεί (Klass & Steffen, 2018). Η προσαρμογή, επομένως, δεν σημαίνει απαραίτητα «ξεχνώ», μπορεί να σημαίνει ότι μαθαίνω να ζω σε έναν κόσμο στον οποίο η φυσική παρουσία του άλλου δεν υπάρχει πλέον, ενώ η σχέση μαζί του συνεχίζει να έχει ένα διαφορετικό νόημα μέσα στη δική μου ζωή, μία φωτογραφία, μία συνήθεια, μία φράση, μία αξία που μου δίδαξε, ένας τρόπος με τον οποίο έμαθα να βλέπω τον κόσμο.

Η σχέση μπορεί να αλλάξει μορφή χωρίς να σημαίνει ότι η ζωή σταμάτησε.


Το πένθος δεν έχει ημερολόγιο

Ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι του πένθους είναι ότι ο κόσμος συνεχίζει, οι υποχρεώσεις επιστρέφουν, οι άνθρωποι γύρω μας επιστρέφουν στη ζωή τους και κάποια στιγμή μπορεί να αρχίσουμε να αναρωτιόμαστε «Γιατί εγώ δεν είμαι ακόμη όπως πριν;» Η προσαρμογή όμως δεν ακολουθεί ένα κοινό χρονοδιάγραμμα για όλους. Η έρευνα αναγνωρίζει τόσο τις φυσιολογικές αντιδράσεις στην απώλεια όσο και τις περιπτώσεις όπου η ένταση και η διάρκεια των συμπτωμάτων μπορεί να απαιτούν εξειδικευμένη αξιολόγηση και υποστήριξη (O’Connor, 2019). Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να ρωτάμε: «Πότε θα τελειώσει το πένθος;», ίσως μία πιο ουσιαστική ερώτηση είναι «πώς μπορώ να μάθω να ζω με αυτή την απώλεια, χωρίς να χρειάζεται να διαγράψω όσα σήμαινε για μένα;». Το πένθος δεν είναι ένας δρόμος που όλοι πρέπει να διανύσουν με τον ίδιο τρόπο, δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος αριθμός ημερών, μηνών ή σταδίων που πρέπει να ολοκληρώσεις. Υπάρχει η δική σου σχέση με αυτό που έχασες και η δική σου προσπάθεια να βρεις έναν νέο τρόπο να υπάρχεις μέσα σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει.


Συμπέρασμα

Το πένθος δεν είναι κάτι που χρειάζεται απλώς να «ξεπεράσουμε», είναι μία διαδικασία προσαρμογής σε μία πραγματικότητα που δεν επιλέξαμε, μπορεί να περιλαμβάνει θλίψη, θυμό, ενοχή, ανακούφιση, νοσταλγία, σύγχυση, αλλά και στιγμές χαράς και αυτά τα συναισθήματα μπορούν να συνυπάρχουν. Η σύγχρονη προσέγγιση του πένθους δεν μας ζητά να ακολουθήσουμε ένα συγκεκριμένο μονοπάτι. Μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι η προσαρμογή μπορεί να περιλαμβάνει τόσο την επαφή με τον πόνο της απώλειας όσο και την επιστροφή στη ζωή, ενώ η σχέση με τον άνθρωπο που χάθηκε μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει με διαφορετικές μορφές (Stroebe & Schut, 1999; Klass & Steffen, 2018). Ίσως, τελικά, το να προχωράμε δεν σημαίνει να αφήνουμε κάποιον πίσω, ίσως σημαίνει να μάθουμε να τον κουβαλάμε διαφορετικά.


Βιβλιογραφία

  • Klass, D., Silverman, P. R., & Nickman, S. L. (Eds.). (1996). Continuing Bonds: New Understandings of Grief. Routledge.
  • Klass, D., & Steffen, E. M. (Eds.). (2018). Continuing Bonds in Bereavement: New Directions for Research and Practice. Routledge.
  • O’Connor, M. F. (2019). Grief: A Brief History of Research on How Body, Mind, and Brain Adapt. Psychosomatic Medicine, 81(8), 731–738. https://doi.org/10.1097/PSY.0000000000000717
  • Rogers, C. R. (1961). On Becoming a Person: A Therapist’s View of Psychotherapy. Houghton Mifflin.
  • Stroebe, M., & Schut, H. (1999). The Dual Process Model of Coping with Bereavement: Rationale and Description. Death Studies, 23(3), 197–224. https://doi.org/10.1080/074811899201046