Υπάρχει ένας παλιός ανατολικός μύθος που μιλά για μια αόρατη κόκκινη κλωστή που συνδέει ανθρώπους οι οποίοι είναι προορισμένοι να συναντηθούν. Η κλωστή μπορεί να τεντωθεί, να μπερδευτεί ή να οδηγήσει τους ανθρώπους μακριά τον έναν από τον άλλον, αλλά δεν σπάει. Η ψυχολογία, φυσικά, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξη μιας τέτοιας «κλωστής». Μπορεί όμως να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε κάτι που βρίσκεται πίσω από αυτή τη διαχρονική μεταφορά: γιατί ορισμένες ανθρώπινες σχέσεις δημιουργούν τόσο έντονη αίσθηση οικειότητας, κατανόησης και σύνδεσης. Η ανθρώπινη σύνδεση δεν αποτελεί μόνο μια υποκειμενική εμπειρία. Η σύγχρονη έρευνα έχει δείξει ότι κατά τη διάρκεια της κοινωνικής αλληλεπίδρασης μπορούν να εμφανιστούν μορφές συναισθηματικού, συμπεριφορικού, φυσιολογικού και ακόμη και νευρωνικού συγχρονισμού μεταξύ των ανθρώπων.

Όταν η σιωπή δεν χρειάζεται να γεμίσει

Υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους η σιωπή δημιουργεί αμηχανία, και υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους μπορούμε απλώς να υπάρχουμε. Δεν χρειάζεται κάθε παύση να γεμίσει με λέξεις, δεν χρειάζεται να εξηγούμε διαρκώς τι αισθανόμαστε ούτε να προσπαθούμε να παρουσιάσουμε μια συγκεκριμένη εικόνα του εαυτού μας. Η εμπειρία αυτή μπορεί να συνδέεται με την αντίληψη αποδοχής, ασφάλειας και κατανόησης που δημιουργείται μέσα σε μια σχέση. Στην προσωποκεντρική προσέγγιση του Carl Rogers, η ενσυναίσθηση, η αυθεντικότητα και η αποδοχή του άλλου αποτελούν βασικές διαστάσεις μιας σχέσης που μπορεί να διευκολύνει την προσωπική ανάπτυξη (Rogers, 1961). Δεν χρειάζεται, επομένως, να υποθέσουμε ότι μέσα στη σιωπή «ανταλλάσσονται ασυνείδητες πληροφορίες», μπορούμε όμως να μιλήσουμε για κάτι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα πολύ βαθύ, την εμπειρία ότι δεν χρειάζεται να προστατεύουμε συνεχώς τον εαυτό μας από το βλέμμα του άλλου.


2. Όταν δύο άνθρωποι αρχίζουν να συγχρονίζονται

Η επικοινωνία δεν αποτελείται μόνο από λέξεις, ο τόνος της φωνής, ο ρυθμός της ομιλίας, οι παύσεις, οι εκφράσεις του προσώπου και οι κινήσεις του σώματος δημιουργούν ένα συνεχές ρεύμα πληροφοριών ανάμεσα στους ανθρώπους. Ένα φαινόμενο που έχει μελετηθεί αρκετά είναι ο διαπροσωπικός φυσιολογικός συγχρονισμός (interpersonal physiological synchrony). Πρόκειται για τον χρονικό συντονισμό ορισμένων φυσιολογικών διεργασιών μεταξύ ανθρώπων κατά τη διάρκεια μιας αλληλεπίδρασης. Μελέτες έχουν εξετάσει, μεταξύ άλλων, τον καρδιακό ρυθμό, την αναπνοή και τη δραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή, διότι ο φυσιολογικός συγχρονισμός δεν σημαίνει ότι δύο άνθρωποι κυριολεκτικά «λειτουργούν στην ίδια συχνότητα» ούτε αποτελεί από μόνος του απόδειξη μιας βαθιάς ή «μοιραίας» σχέσης. Μια συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση βρήκε ότι η σχέση ανάμεσα στον φυσιολογικό συγχρονισμό και δείκτες σχέσεων ή απόδοσης είναι υπαρκτή αλλά σχετικά μικρή και παρουσιάζει σημαντική ετερογένεια. Υπάρχει όμως και μια ακόμη πιο εντυπωσιακή διάσταση.

Νευρωνικός συγχρονισμός

Οι Stephens, Silbert και Hasson (2010) χρησιμοποίησαν fMRI για να μελετήσουν τη δραστηριότητα του εγκεφάλου ενός ανθρώπου που μιλούσε και ανθρώπων που άκουγαν την αφήγησή του. Διαπίστωσαν ότι υπήρχε χωροχρονική σύζευξη της εγκεφαλικής δραστηριότητας μεταξύ ομιλητή και ακροατή. Επιπλέον, μεγαλύτερος βαθμός συγκεκριμένου νευρωνικού συντονισμού συνδεόταν με καλύτερη κατανόηση της ιστορίας, αυτό δεν σημαίνει ότι δύο άνθρωποι «μοιράζονται τον ίδιο εγκέφαλο», σημαίνει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο οτι η επιτυχημένη επικοινωνία μπορεί να δημιουργεί μετρήσιμα μοτίβα συντονισμού ανάμεσα στα νευρικά συστήματα των ανθρώπων που επικοινωνούν, και αυτή είναι ίσως μια από τις πιο ενδιαφέρουσες επιστημονικές πλευρές της ανθρώπινης σύνδεσης.


3. Η σύνδεση δημιουργείται και «ανάμεσα» στους ανθρώπους

Η ανθρώπινη εμπειρία δεν διαμορφώνεται αποκλειστικά μέσα στο άτομο, διαμορφώνεται και μέσα στις σχέσεις του. Η διυποκειμενική προσέγγιση (intersubjectivity) στην ψυχοαναλυτική θεωρία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η υποκειμενική εμπειρία ενός ανθρώπου επηρεάζεται από το σχεσιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο βρίσκεται. Με αυτή την οπτική, όταν δύο άνθρωποι συναντώνται, δεν υπάρχουν απλώς δύο ξεχωριστοί εσωτερικοί κόσμοι, υπάρχει και η ίδια η σχέση που δημιουργείται μεταξύ τους. Ο τρόπος με τον οποίο ο ένας ακούει τον άλλον, ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρίνεται, το νόημα που αποκτούν οι λέξεις, οι σιωπές, οι προσδοκίες, οι προηγούμενες εμπειρίες που φέρνει ο καθένας στη σχέση. Όλα αυτά συνθέτουν ένα σχεσιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο η εμπειρία του κάθε ανθρώπου μπορεί να αλλάξει, γι’ αυτό ίσως η φράση «με καταλαβαίνει πραγματικά» να έχει τόσο μεγάλη συναισθηματική δύναμη, δεν σημαίνει ότι ο άλλος γνωρίζει κάθε πλευρά του εσωτερικού μας κόσμου, σημαίνει ότι νιώθουμε πως υπάρχει χώρος να τον εκφράσουμε.


4. Όταν μια σχέση επηρεάζει την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας

Ορισμένες σχέσεις δεν μας αφήνουν ακριβώς όπως μας βρήκαν, μας φέρνουν σε επαφή με νέες εμπειρίες, ιδέες, δεξιότητες και πλευρές του εαυτού μας. Αυτό συνδέεται με το Self-Expansion Model, το μοντέλο επέκτασης του εαυτού των Aron και Aron. Σύμφωνα με το μοντέλο, οι στενές σχέσεις μπορούν να συνδέονται με την επιθυμία του ανθρώπου να διευρύνει την αίσθηση του εαυτού του μέσω της συμπερίληψης στοιχείων του άλλου στον εαυτό. Με απλά λόγια, μέσα από μια σημαντική σχέση μπορεί να γνωρίσουμε μια νέα δραστηριότητα, έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης, μια διαφορετική οπτική για τον κόσμο, ή ακόμη και μια πλευρά του εαυτού μας που δεν είχαμε ανακαλύψει προηγουμένως. Ο άλλος, επομένως, δεν γίνεται κυριολεκτικά «κομμάτι της ψυχής μας», μπορεί όμως να γίνει μέρος της ιστορίας με την οποία κατανοούμε τον εαυτό μας. Και αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί ορισμένες σχέσεις συνεχίζουν να μας επηρεάζουν ακόμη και μετά την ολοκλήρωσή τους.


Η κόκκινη κλωστή ίσως δεν είναι αυτό που νομίζουμε

Ίσως, τελικά, η αόρατη κόκκινη κλωστή να μην χρειάζεται να είναι μια μεταφυσική δύναμη, μπορεί να είναι η ανθρώπινη ικανότητά μας για σύνδεση, συντονισμό, κατανόηση και αμοιβαία επιρροή. Η επιστήμη δεν μας λέει ότι υπάρχουν άνθρωποι «γραμμένοι» ο ένας για τον άλλον, μας δείχνει όμως ότι οι σχέσεις μπορούν να επηρεάσουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε, επικοινωνούμε, κατανοούμε τους άλλους και αντιλαμβανόμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό. Η σιωπή, η ενσυναίσθηση, ο φυσιολογικός συγχρονισμός, η νευρωνική σύζευξη και η επέκταση του εαυτού αποτελούν διαφορετικές πλευρές ενός πολύπλοκου φαινομένου, της ανθρώπινης σύνδεσης. Και ίσως αυτό να είναι ακόμη πιο όμορφο από την ιδέα μιας μαγικής κλωστής, γιατί δεν χρειάζεται να είμαστε προορισμένοι να συναντηθούμε, αρκεί, όταν συναντηθούμε, να μπορέσουμε πραγματικά να δούμε ο ένας τον άλλον.

Βιβλιογραφία

  • Aron, A., & Aron, E. N. (1996). Love and expansion of the self: The state of the model. Personal Relationships, 3(1), 45–58. https://doi.org/10.1111/j.1475-6811.1996.tb00103.x
  • Buber, M. (1923). I and Thou.
  • Rogers, C. R. (1961). On Becoming a Person: A Therapist’s View of Psychotherapy. Houghton Mifflin.
  • Stephens, G. J., Silbert, L. J., & Hasson, U. (2010). Speaker–listener neural coupling underlies successful communication. Proceedings of the National Academy of Sciences, 107(32), 14425–14430. https://doi.org/10.1073/pnas.1008662107
  • Stolorow, R. D., & Atwood, G. E. (1992). Contexts of Being: The Intersubjective Foundations of Psychological Life. Analytic Press.
  • Mayo, O., Lavidor, M., & Gordon, I. (2021). Interpersonal autonomic nervous system synchrony and its association to relationship and performance: A systematic review and meta-analysis. Physiology & Behavior, 235, 113391. https://doi.org/10.1016/j.physbeh.2021.113391