Υπάρχουν άνθρωποι που ζητούν συγγνώμη ακόμη και όταν δεν έχουν κάνει τίποτα λάθος, νιώθουν υπεύθυνοι για τη στενοχώρια των άλλων, αισθάνονται ενοχές επειδή είπαν «όχι», επειδή ξεκουράστηκαν, επειδή έβαλαν τον εαυτό τους σε προτεραιότητα, ή ακόμη και επειδή δεν κατάφεραν να σώσουν μια κατάσταση που δεν βρισκόταν ποτέ πραγματικά στον έλεγχό τους. Η ενοχή αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα ανθρώπινα συναισθήματα. Από τη μία πλευρά, μπορεί να λειτουργήσει ως μια εσωτερική ηθική πυξίδα που μας βοηθά να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και να επανορθώνουμε. Από την άλλη, όταν γίνεται υπερβολική ή στρέφεται προς καταστάσεις για τις οποίες δεν έχουμε πραγματική ευθύνη, μπορεί να μετατραπεί σε ένα δυσβάσταχτο ψυχολογικό φορτίο που επηρεάζει την αυτοεκτίμηση, τις σχέσεις και την ψυχική μας υγεία (Tangney et al., 2007).


Η ενοχή δεν είναι πάντα εχθρός

Στην καθημερινότητα η ενοχή αντιμετωπίζεται σχεδόν πάντα ως κάτι αρνητικό. Ωστόσο, η ψυχολογία δείχνει ότι η υγιής ενοχή έχει σημαντική προσαρμοστική αξία. Όταν αναγνωρίζουμε ότι μια συμπεριφορά μας πλήγωσε κάποιον άλλον, η ενοχή μπορεί να μας κινητοποιήσει να ζητήσουμε συγγνώμη, να επανορθώσουμε και να βελτιώσουμε τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους ανθρώπους γύρω μας (Tangney & Dearing, 2002). Με άλλα λόγια, η ενοχή μπορεί να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός που ενισχύει την ενσυναίσθηση, την υπευθυνότητα και τη διατήρηση των κοινωνικών σχέσεων. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αισθανόμαστε ενοχές για πράγματα που δεν αποτελούν δική μας ευθύνη.


Όταν η ενοχή γίνεται βάρος

Πολλοί άνθρωποι μεγαλώνουν μαθαίνοντας, άμεσα ή έμμεσα, ότι είναι υπεύθυνοι για τα συναισθήματα των άλλων.

«Μη στενοχωρείς τη μαμά.»

«Κοίτα τι με έκανες να πάθω.»

«Αν με αγαπούσες, θα το έκανες.»

Μηνύματα όπως αυτά μπορεί να οδηγήσουν το άτομο στο να πιστεύει ότι οφείλει να διατηρεί τους άλλους ευχαριστημένους και συναισθηματικά ασφαλείς. Έτσι, ως ενήλικας, μπορεί να αισθάνεται ενοχές κάθε φορά που εκφράζει μια ανάγκη, θέτει όρια ή επιλέγει τον εαυτό του. Η Θεραπεία Σχημάτων περιγράφει ότι τέτοιες εμπειρίες μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία δυσλειτουργικών μοτίβων, όπως η υπερβολική αυτοθυσία και η υπερευθυνότητα απέναντι στους άλλους (Young et al., 2003).


Γιατί κουβαλάμε βάρη που δεν μας ανήκουν;

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος αναζητά εξηγήσεις για όσα συμβαίνουν γύρω του. Σε περιόδους έντονου στρες ή απώλειας, είναι συχνό οι άνθρωποι να αναρωτιούνται:

“Μήπως έφταιγα εγώ;”

“Αν είχα κάνει κάτι διαφορετικά;”

“Μήπως μπορούσα να το αποτρέψω;”

Η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα συχνή μετά από τραυματικά γεγονότα, σοβαρές ασθένειες ή απώλειες και συχνά συνδέεται με την ψευδαίσθηση του ελέγχου, δηλαδή την ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύουμε ότι μπορούσαμε να επηρεάσουμε καταστάσεις που στην πραγματικότητα βρίσκονταν πέρα από τις δυνατότητές μας (Langer, 1975). Η σκέψη ότι «ίσως φταίω εγώ» μπορεί να είναι ψυχολογικά πιο εύκολη από την αποδοχή ότι ορισμένα γεγονότα είναι απρόβλεπτα και ανεξέλεγκτα.


Η διαφορά ανάμεσα στην ενοχή και τη ντροπή

Η ψυχολογία κάνει μια σημαντική διάκριση ανάμεσα στην ενοχή και τη ντροπή. Η ενοχή αφορά μια συμπεριφορά.

“Έκανα κάτι λάθος.”

Η ντροπή αφορά την ίδια την ταυτότητα του ανθρώπου.

“Είμαι λάθος.”

Η διαφορά αυτή είναι καθοριστική, γιατί η χρόνια ντροπή σχετίζεται με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης άγχους, κατάθλιψης και χαμηλής αυτοεκτίμησης, ενώ η υγιής ενοχή μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά για τις διαπροσωπικές σχέσεις (Tangney & Dearing, 2002).


Όταν η ενοχή μάς εμποδίζει να ζήσουμε

Η υπερβολική ενοχή μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο:

  • να μην εκφράζει τις ανάγκες του
  • να δυσκολεύεται να πει «όχι»
  • να παραμένει σε σχέσεις που τον πληγώνουν
  • να αναλαμβάνει ευθύνες που δεν του ανήκουν
  • να εξαντλείται προσπαθώντας να ικανοποιήσει τους πάντες
  • να πιστεύει ότι η προσωπική του αξία εξαρτάται από το πόσο προσφέρει στους άλλους

Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η συνεχής αυτοπαραμέληση μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση άγχους, συναισθηματικής εξάντλησης και χαμηλής αυτοεκτίμησης (Shahar & Doron, 2010).


Μαθαίνοντας να ξεχωρίζουμε την ευθύνη από την ενοχή

Η ανάληψη ευθύνης είναι ένδειξη ωριμότητας. Η ανάληψη ευθύνης για πράγματα που δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε είναι ένα διαφορετικό ζήτημα, μια χρήσιμη ερώτηση είναι:

«Είχα πραγματικά τον έλεγχο αυτής της κατάστασης ή απλώς νιώθω ότι θα έπρεπε να τον είχα;»

Η απάντηση σε αυτή την ερώτηση μπορεί να μας βοηθήσει να διαχωρίσουμε την πραγματική ευθύνη από την υπερβολική αυτοκατηγορία.


Πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχολογική υποστήριξη;

Η υπερβολική ενοχή συχνά δεν αφορά μόνο το παρόν. Μπορεί να έχει τις ρίζες της σε πρώιμες εμπειρίες, στον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να σχετιζόμαστε με τους άλλους ή σε βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις για την αξία μας. Η ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει πότε η ενοχή αντανακλά μια πραγματική ευθύνη και πότε πρόκειται για ένα δυσλειτουργικό μοτίβο σκέψης. Παράλληλα, μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη μεγαλύτερης αυτοσυμπόνιας, στη θέσπιση υγιών προσωπικών ορίων και στη σταδιακή απελευθέρωση από βάρη που δεν του ανήκουν. Στόχος δεν είναι να πάψουμε να νιώθουμε ενοχές. Στόχος είναι να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιες ενοχές αξίζει να ακούσουμε και ποιες αξίζει να αφήσουμε πίσω μας.


Συμπέρασμα

Δεν είναι όλες οι ενοχές δικές μας, κάποιες γεννήθηκαν από προσδοκίες που μας επιβλήθηκαν, άλλες από φόβους, άλλες από την ανάγκη να πιστεύουμε ότι μπορούσαμε να ελέγξουμε το ανεξέλεγκτο. Η αληθινή ψυχική ελευθερία δεν βρίσκεται στο να μην κάνουμε ποτέ λάθη. Βρίσκεται στο να αναλαμβάνουμε την ευθύνη για όσα πραγματικά μας αναλογούν, χωρίς να κουβαλάμε εφ’ όρου ζωής βάρη που δεν ήταν ποτέ δικά μας. Γιατί καμία ψυχή δεν μπορεί να προχωρήσει πραγματικά όταν είναι φορτωμένη με ενοχές που δεν της ανήκουν.


Βιβλιογραφία

  • Langer, E. J. (1975). The illusion of control. Journal of Personality and Social Psychology, 32(2), 311–328.
  • Shahar, G., & Doron, G. (2010). Self-criticism, guilt, and psychopathology: Theoretical and clinical perspectives. In R. L. Leahy (Ed.), Roadblocks in Cognitive-Behavioral Therapy. Guilford Press.
  • Tangney, J. P., & Dearing, R. L. (2002). Shame and Guilt. Guilford Press.
  • Tangney, J. P., Stuewig, J., & Mashek, D. J. (2007). Moral emotions and moral behavior. Annual Review of Psychology, 58, 345–372.
  • Young, J. E., Klosko, J. S., & Weishaar, M. E. (2003). Schema Therapy: A Practitioner’s Guide. Guilford Press.