Στην ψυχολογική υποστήριξη, η φωνή, η άμεση επικοινωνία και η φυσική παρουσία αποτελούν παραδοσιακά σημαντικά μέσα σύνδεσης. Ωστόσο, η εξέλιξη της ψηφιακής επικοινωνίας έχει δημιουργήσει και έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης, τον γραπτό λόγο. Για ορισμένους ανθρώπους, η επικοινωνία μέσω μηνυμάτων μπορεί να λειτουργήσει ως ένα πιο οικείο και λιγότερο απαιτητικό πρώτο βήμα. Η δυνατότητα να επιλέξουν οι ίδιοι τις λέξεις τους, να οργανώσουν τη σκέψη τους και να εκφράσουν κάτι που ίσως δυσκολεύονται να πουν προφορικά μπορεί να κάνει τη γραπτή επικοινωνία ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον μέσο ψυχολογικής υποστήριξης. Η επιστημονική βιβλιογραφία έχει εξετάσει τόσο τη δύναμη της γραφής ως μέσου επεξεργασίας συναισθηματικών εμπειριών όσο και τις δυνατότητες της διαδικτυακής επικοινωνίας στον χώρο της ψυχικής υγείας (Pennebaker, 1997; Wright & Chung, 2001).

Η Γνωστική Οργάνωση μέσω της Γραφής

Όταν προσπαθούμε να περιγράψουμε με λόγια κάτι που μας έχει επηρεάσει, δεν μεταφέρουμε απλώς τις σκέψεις μας στην οθόνη, η ίδια η διαδικασία της γραφής μπορεί να μας οδηγήσει να οργανώσουμε, να ονομάσουμε και να συνδέσουμε σκέψεις και συναισθήματα. Η έρευνα του Pennebaker και των συνεργατών του σχετικά με την εκφραστική γραφή έχει εξετάσει κατά πόσο η γραπτή επεξεργασία δύσκολων ή συναισθηματικών εμπειριών μπορεί να συνδέεται με αλλαγές στην ψυχολογική και σωματική ευεξία. Σε μια πρώιμη μελέτη, οι Pennebaker και Beall (1986) διαπίστωσαν ότι η γραφή για τραυματικές εμπειρίες συνδεόταν αρχικά με αυξημένη αρνητική διάθεση και φυσιολογική διέγερση, ενώ οι συμμετέχοντες εμφάνισαν λιγότερες επισκέψεις σε κέντρα ψυχικής υγείας κατά τους επόμενους μήνες. Οι ίδιοι οι ερευνητές αντιμετώπισαν τα ευρήματα ως προκαταρκτικά και τα συνέδεσαν με την ευρύτερη διαδικασία της συναισθηματικής έκφρασης και της αναστολής (Pennebaker & Beall, 1986). Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φορά που γράφουμε για κάτι δύσκολο αισθανόμαστε αμέσως καλύτερα, αντίθετα, η διαδικασία μπορεί να φέρει στην επιφάνεια έντονα συναισθήματα. Η αξία της γραφής βρίσκεται περισσότερο στη δυνατότητα να δώσουμε μορφή σε μια εσωτερική εμπειρία που μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορεί να μοιάζει ασαφής ή δύσκολο να εκφραστεί (Pennebaker, 1997).

Online Disinhibition Effect: Όταν η Απόσταση Διευκολύνει την Έκφραση

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο της διαδικτυακής επικοινωνίας είναι το Online Disinhibition Effect. Ο Suler (2004) περιγράφει την τάση ορισμένων ανθρώπων να αυτοαποκαλύπτονται ή να εκφράζονται περισσότερο ή εντονότερα στο διαδίκτυο απ’ ό,τι σε μια δια ζώσης αλληλεπίδραση. Μεταξύ των παραγόντων που μπορούν να συμβάλλουν σε αυτό το φαινόμενο είναι η αορατότητα (invisibility), η ασυγχρονία (asynchronicity) και η αίσθηση ανωνυμίας. Όταν δεν υπάρχει άμεση οπτική επαφή και η επικοινωνία δεν απαιτεί απαραίτητα άμεση απάντηση, ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται μεγαλύτερη ελευθερία να εκφράσουν σκέψεις ή συναισθήματα που θα δυσκολεύονταν να μοιραστούν πρόσωπο με πρόσωπο (Suler, 2004). Φυσικά, αυτό δεν ισχύει με τον ίδιο τρόπο για όλους. Η διαδικτυακή επικοινωνία μπορεί για κάποιους να διευκολύνει την έκφραση, ενώ για άλλους η απουσία της φωνής, της βλεμματικής επαφής ή της άμεσης ανθρώπινης παρουσίας μπορεί να αποτελεί μειονέκτημα. Ακριβώς αυτή η διαφορετικότητα είναι που κάνει τη γραπτή επικοινωνία ένα ενδιαφέρον μέσο καθώς δεν χρειάζεται να ταιριάζει σε όλους για να είναι χρήσιμη σε κάποιους.

Ο Χρόνος που μας Δίνει η Γραφή

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της γραπτής επικοινωνίας είναι ότι μας επιτρέπει να έχουμε μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στον τρόπο με τον οποίο θα διατυπώσουμε αυτό που θέλουμε να πούμε. Μπορούμε να σταματήσουμε, να σκεφτούμε, να ξαναδιαβάσουμε, να αλλάξουμε μια λέξη, να προσθέσουμε κάτι που αρχικά ξεχάσαμε. Αυτή η δυνατότητα μπορεί να είναι σημαντική για ανθρώπους που δυσκολεύονται να εκφραστούν αυθόρμητα ή χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να οργανώσουν τις σκέψεις τους. Η βιβλιογραφία γύρω από την υποστηρικτική γραφή έχει αναδείξει τη σημασία της γραφής ως μέσου αυτοέκφρασης και προσωπικού αναστοχασμού (Wright & Chung, 2001). Η γραπτή επικοινωνία, επομένως, έχει τον δικό της τρόπο να φέρνει τους ανθρώπους κοντά, δίνει χρόνο για σκέψη και έκφραση, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να μεταφέρει όλα όσα μεταφέρει μια φωνή, ένα βλέμμα ή μια έκφραση του προσώπου.

Μπορεί να Δημιουργηθεί Σύνδεση μέσα από την Οθόνη;

Ίσως η μεγαλύτερη αμφιβολία γύρω από τη διαδικτυακή επικοινωνία είναι η εξής:

Μπορεί πραγματικά να δημιουργηθεί ουσιαστική ανθρώπινη σύνδεση χωρίς φυσική παρουσία;

Η έρευνα των Cook και Doyle (2002) έδειξε ότι μια επαρκής working alliance μπορεί να δημιουργηθεί και στο πλαίσιο διαδικτυακής ψυχολογικής παρέμβασης. Στη συγκεκριμένη προκαταρκτική μελέτη, οι συμμετέχοντες της διαδικτυακής ομάδας παρουσίασαν υψηλότερες μέσες βαθμολογίες σε ορισμένες διαστάσεις της θεραπευτικής συμμαχίας, αν και το δείγμα ήταν μικρό και τα ευρήματα δεν μπορούν να γενικευθούν σε κάθε μορφή διαδικτυακής επικοινωνίας (Cook & Doyle, 2002). Επομένως, δεν είναι σωστό να πούμε ότι η διαδικτυακή επικοινωνία είναι εξίσου αποτελεσματική με την δια ζώσης επικοινωνία. Μπορούμε όμως να πούμε ότι η απουσία φυσικής παρουσίας δεν αποκλείει από μόνη της τη δημιουργία μιας ουσιαστικής σχέσης επικοινωνίας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για ανθρώπους που αισθάνονται μεγαλύτερη άνεση όταν επικοινωνούν γραπτώς ή για εκείνους που δυσκολεύονται να κάνουν το πρώτο βήμα σε μια πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση.

Το Γραπτό ως Σημείο Αναφοράς

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της γραπτής επικοινωνίας είναι ότι το περιεχόμενό της μπορεί να παραμένει διαθέσιμο στον άνθρωπο, ανάλογα βέβαια με τον τρόπο λειτουργίας της εκάστοτε υπηρεσίας και τις πολιτικές αποθήκευσης δεδομένων. Σε αντίθεση με μια προφορική συζήτηση, όπου κάποια σημεία μπορεί να ξεχαστούν, ένα γραπτό μήνυμα μπορεί να διαβαστεί ξανά. Ο άνθρωπος μπορεί να επιστρέψει σε μια συγκεκριμένη σκέψη, σε μια πληροφορία ή σε μια πρόταση που του είχε φανεί χρήσιμη. Η δυνατότητα αυτή συνδέεται ευρύτερα με τη γραφή ως μέσο αναστοχασμού και αυτοβοήθειας, η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο ερευνητικού ενδιαφέροντος εδώ και αρκετές δεκαετίες (Wright & Chung, 2001; Pennebaker, 1997). Ωστόσο, η γραπτή επικοινωνία δεν είναι χωρίς περιορισμούς. Η απουσία τόνου φωνής, εκφράσεων προσώπου και άλλων μη λεκτικών στοιχείων μπορεί να κάνει ορισμένα μηνύματα πιο δύσκολα στην ερμηνεία. Γι’ αυτό και η ποιότητα της επικοινωνίας εξαρτάται όχι μόνο από το μέσο, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται.

Συμπέρασμα

Η ψυχολογική υποστήριξη μέσω chat δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεται ως μια «δεύτερη» ή υποδεέστερη μορφή επικοινωνίας. Για ορισμένους ανθρώπους, το πληκτρολόγιο μπορεί να γίνει το πρώτο ασφαλές βήμα προς την έκφραση. Η δυνατότητα να γράψουν με τον δικό τους ρυθμό, να οργανώσουν τις σκέψεις τους και να επιλέξουν οι ίδιοι τις λέξεις με τις οποίες θα μιλήσουν για όσα τους απασχολούν μπορεί να κάνει τη γραπτή επικοινωνία ένα ιδιαίτερα χρήσιμο μέσο ψυχολογικής υποστήριξης. Δεν υπάρχει όμως ένα μέσο που να ταιριάζει σε όλους. Συγκεκριμένα, για κάποιους ανθρώπους η φωνή και η άμεση επαφή είναι απαραίτητες, για άλλους, το να υπάρχει μια οθόνη ανάμεσα στους δύο ανθρώπους μπορεί να κάνει το πρώτο βήμα λίγο πιο εύκολο. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το σημαντικότερο. Δεν έχει σημασία μόνο ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε, έχει σημασία να υπάρχει ένας τρόπος που επιτρέπει στον άνθρωπο να μιλήσει. Το πληκτρολόγιο δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη σύνδεση, μπορεί όμως να γίνει μια γέφυρα προς αυτήν.


Βιβλιογραφία

Cook, J. E., & Doyle, C. (2002). Working alliance in online therapy as compared to face-to-face therapy: Preliminary results. CyberPsychology & Behavior, 5(2), 95–105. https://doi.org/10.1089/109493102753770480

Pennebaker, J. W. (1997). Writing about emotional experiences as a therapeutic process. Psychological Science, 8(3), 162–166.

Pennebaker, J. W., & Beall, S. K. (1986). Confronting a traumatic event: Toward an understanding of inhibition and disease. Journal of Abnormal Psychology, 95(3), 274–281. https://doi.org/10.1037/0021-843X.95.3.274

Suler, J. (2004). The online disinhibition effect. CyberPsychology & Behavior, 7(3), 321–326. https://doi.org/10.1089/1094931041291295

Wright, J., & Chung, M. C. (2001). Mastery or mystery? Therapeutic writing: A review of the literature. British Journal of Guidance & Counselling, 29(3), 277–291. https://doi.org/10.1080/03069880120073003