Υπάρχουν στιγμές που μια απλή σκέψη μοιάζει να μετατρέπεται σε έναν ατελείωτο εσωτερικό διάλογο. Αναρωτιόμαστε αν πήραμε τη σωστή απόφαση, αν είπαμε κάτι λάθος, τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει διαφορετικά ή τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον. Οι ίδιες σκέψεις επανέρχονται ξανά και ξανά, χωρίς όμως να οδηγούν σε κάποια ουσιαστική λύση. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως overthinking ή υπερανάλυση και αποτελεί μία από τις συχνότερες γνωστικές διεργασίες που σχετίζονται με το άγχος, την κατάθλιψη και τη συναισθηματική δυσφορία (Ehring & Watkins, 2008· Watkins, 2008). Αν και η σκέψη αποτελεί βασικό εργαλείο επίλυσης προβλημάτων, όταν γίνεται υπερβολική και επαναλαμβανόμενη μπορεί να λειτουργήσει αντίθετα, αυξάνοντας την ψυχική εξάντληση και διατηρώντας το άτομο εγκλωβισμένο στην αβεβαιότητα (Nolen-Hoeksema et al., 2008).


Τι είναι πραγματικά το Overthinking;

Το overthinking δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος σκέφτεται πολύ, σημαίνει ότι ανακυκλώνει συνεχώς τις ίδιες σκέψεις χωρίς να οδηγείται σε ουσιαστική επίλυση του προβλήματος (Watkins, 2008). Η επιστημονική βιβλιογραφία περιγράφει δύο βασικές μορφές αυτής της διαδικασίας (Nolen-Hoeksema et al., 2008):

  • μηρυκασμός σκέψεων: επαναλαμβανόμενη ενασχόληση με γεγονότα του παρελθόντος, λάθη ή απογοητεύσεις.
  • ανησυχία: συνεχής ενασχόληση με πιθανά αρνητικά γεγονότα του μέλλοντος.

Παρότι διαφέρουν χρονικά, και οι δύο μορφές έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι δημιουργούν την ψευδαίσθηση πως το άτομο λύνει ένα πρόβλημα, ενώ στην πραγματικότητα διατηρεί ενεργό τον κύκλο του άγχους (Ehring & Watkins, 2008).


Γιατί ο εγκέφαλος το κάνει αυτό;

Από εξελικτική σκοπιά, ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει αναπτυχθεί ώστε να εντοπίζει πιθανούς κινδύνους και να προσπαθεί να τους προβλέπει πριν εμφανιστούν (LeDoux, 1996). Στη σύγχρονη ζωή όμως οι περισσότερες απειλές δεν σχετίζονται με τη σωματική επιβίωση αλλά με κοινωνικές, επαγγελματικές ή προσωπικές καταστάσεις. Έτσι, ο εγκέφαλος προσπαθεί να προβλέψει κάθε πιθανό αποτέλεσμα, θεωρώντας λανθασμένα ότι όσο περισσότερο αναλύει μια κατάσταση τόσο περισσότερο θα την ελέγξει (Watkins, 2008). Η διαδικασία αυτή μπορεί προσωρινά να μειώνει την αβεβαιότητα, όμως μακροπρόθεσμα ενισχύει το άγχος και δυσκολεύει τη λήψη αποφάσεων (Ehring & Watkins, 2008).


Πώς αναγνωρίζεται το Overthinking;

Οι άνθρωποι που βιώνουν έντονη υπερανάλυση συχνά:

  • επαναλαμβάνουν τις ίδιες σκέψεις για ώρες ή ημέρες.
  • αναλύουν παλιές συζητήσεις.
  • δυσκολεύονται να πάρουν ακόμη και μικρές αποφάσεις.
  • φαντάζονται συνεχώς αρνητικά σενάρια.
  • αναζητούν διαρκώς επιβεβαίωση από τους άλλους.
  • δυσκολεύονται να χαλαρώσουν πριν τον ύπνο.

Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο είναι ότι η σκέψη δεν οδηγεί σε λύση, αλλά δημιουργεί ακόμη περισσότερη σκέψη (Watkins, 2008).


Όταν η σκέψη γίνεται παγίδα

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι αν αναλύσουν μια κατάσταση αρκετές φορές, τελικά θα βρουν την τέλεια απάντηση. Ωστόσο, η έρευνα δείχνει ότι η χρόνια υπερανάλυση συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα άγχους, καταθλιπτικών συμπτωμάτων, αναβλητικότητας και μειωμένης ψυχολογικής ευεξίας (Nolen-Hoeksema et al., 2008· Ehring & Watkins, 2008). Η συνεχής αναζήτηση της «σωστής» απόφασης μπορεί να οδηγήσει στο φαινόμενο analysis paralysis, κατά το οποίο το άτομο δυσκολεύεται να αναλάβει δράση επειδή φοβάται μήπως κάνει λάθος (Sirois & Pychyl, 2013).


Η σχέση του Overthinking με την τελειομανία

Η υπερανάλυση εμφανίζεται πολύ συχνά σε ανθρώπους με υψηλά επίπεδα τελειομανίας. Όταν κάποιος θεωρεί ότι πρέπει να πάρει πάντα την ιδανική απόφαση ή να αποφύγει κάθε πιθανό λάθος, αφιερώνει υπερβολικό χρόνο στην ανάλυση όλων των πιθανών σεναρίων (Shafran et al., 2002). Παραδόξως, αυτή η προσπάθεια για απόλυτο έλεγχο οδηγεί συχνά σε ακόμη μεγαλύτερη ανασφάλεια και αβεβαιότητα, ενισχύοντας τον φαύλο κύκλο του overthinking (Flett & Hewitt, 2002).


Μπορεί το Overthinking να επηρεάσει το σώμα;

Η χρόνια ενεργοποίηση του συστήματος στρες μπορεί να σχετίζεται με:

  • διαταραχές ύπνου
  • πονοκεφάλους
  • μυϊκή ένταση
  • ταχυκαρδία
  • κόπωση
  • δυσκολία συγκέντρωσης

Η συνεχής γνωστική εγρήγορση συνδέεται με αυξημένη παραγωγή ορμονών του στρες, όπως η κορτιζόλη, γεγονός που επηρεάζει τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική υγεία (McEwen, 2007).


Πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχολογική υποστήριξη;

Η ψυχολογική υποστήριξη δεν στοχεύει στο να σταματήσει κάποιος να σκέφτεται. Αντίθετα, βοηθά το άτομο να αναγνωρίσει πότε η σκέψη είναι λειτουργική και πότε μετατρέπεται σε έναν φαύλο κύκλο που αυξάνει το άγχος. Μέσα από τη συνεργασία με έναν ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή, είναι δυνατό να εντοπιστούν οι γνωστικές διεργασίες που διατηρούν την υπερανάλυση, να αναγνωριστούν οι βαθύτεροι φόβοι που την τροφοδοτούν και να αναπτυχθούν πιο λειτουργικοί τρόποι διαχείρισης της αβεβαιότητας.


Συμπέρασμα

Το overthinking δεν είναι ένδειξη εξυπνάδας ούτε προσωπικής αδυναμίας, είναι ένας μηχανισμός του εγκεφάλου που αρχικά προσπαθεί να μας προστατεύσει από την αβεβαιότητα, αλλά όταν γίνεται χρόνιος μπορεί να περιορίσει σημαντικά την ποιότητα ζωής μας (Watkins, 2008). Η ψυχική ηρεμία δεν προκύπτει επειδή βρίσκουμε όλες τις απαντήσεις, αλλά επειδή μαθαίνουμε να ανεχόμαστε την αβεβαιότητα και να εμπιστευόμαστε περισσότερο τον εαυτό μας.


Βιβλιογραφία

  • Beck, J. S. (2011). Cognitive Behavior Therapy: Basics and Beyond (2nd ed.). Guilford Press.
  • Ehring, T., & Watkins, E. R. (2008). Repetitive negative thinking as a transdiagnostic process. International Journal of Cognitive Therapy, 1(3), 192–205.
  • Flett, G. L., & Hewitt, P. L. (2002). Perfectionism: Theory, Research, and Treatment. American Psychological Association.
  • Hofmann, S. G., Asnaani, A., Vonk, I. J., Sawyer, A. T., & Fang, A. (2012). The efficacy of cognitive behavioral therapy: A review of meta-analyses. Cognitive Therapy and Research, 36(5), 427–440.
  • LeDoux, J. (1996). The Emotional Brain. Simon & Schuster.
  • McEwen, B. S. (2007). Physiology and neurobiology of stress and adaptation. Physiological Reviews, 87(3), 873–904.
  • Nolen-Hoeksema, S., Wisco, B. E., & Lyubomirsky, S. (2008). Rethinking Rumination. Perspectives on Psychological Science, 3(5), 400–424.
  • Shafran, R., Cooper, Z., & Fairburn, C. G. (2002). Clinical perfectionism: A cognitive-behavioural analysis. Behaviour Research and Therapy, 40(7), 773–791.
  • Sirois, F. M., & Pychyl, T. A. (2013). Procrastination and the priority of short‐term mood regulation. Social and Personality Psychology Compass, 7(2), 115–127.
  • Watkins, E. R. (2008). Constructive and unconstructive repetitive thought. Psychological Bulletin, 134(2), 163–206.